Multi scaling

Αναφορά πάνω σ’ αυτήν την τεχνική.

Πολλές φορές κατασκευαστικές καινοτομίες έρχονται να συμπληρώσουν ανάγκες τις οργανοποιίας που με τις παραδοσιακές τεχνικές παραμένουν προβληματικές.

Η τεχνική του multi scaling δεν είναι καινοτομία όμως. Μετράει πάνω από 100 χρόνια ζωής απ’ όσα αναφέρονται τουλάχιστον στη ελάχιστη υπάρχουσα βιβλιογραφία !

Γνωρίζουμε από τη φυσική ότι μια τεντωμένη χορδή παλλόμενη, παράγει ακουστική συχνότητα. Ας υποθέσουμε ότι ζητάμε συγκεκριμένη συχνότητα από μια τεντωμένη χορδή και ας αλλάξουμε τα χαρακτηριστικά της…

Αρχικά αλλάζουμε τη διάμετρο της διατομής της κρατώντας το ενεργό μήκος της σταθερό και παρατηρούμε ότι όσο μεγαλώνουμε τη διατομή αυτή, χρειαζόμαστε μεγαλύτερη τάση τεντώματος για να επιτύχουμε την ίδια συχνότητα ενώ ταυτόχρονα η δυναμική της ακουστικής συχνότητας που παράγεται μειώνεται. Κάποια στιγμή εννοείται ότι η χορδή θα σπάσει ξεπερνώντας την αντοχή της.

Στη δεύτερη φάση του πειράματος διατηρούμε την διατομή της χορδής σταθερή και αλλάζουμε το ενεργό μήκος της. Τώρα παρατηρούμε ότι για να επιτύχουμε την επιθυμητή συχνότητα όσο μακραίνουμε την χορδή τόσο μεγαλύτερη τάση τεντώματος χρειαζόμαστε και το αντίθετο. Όλα αυτά βέβαια μέσα σε ορισμένα όρια. Η δε δυναμική της ακουστικής συχνότητας και πάλι μεταβάλλεται ανάλογα.

Σκοπός εδώ όμως δεν είναι κάνουμε φυσική γι αυτό με απλά λόγια μπορούμε να πούμε τα εξής:

  • Τα ζευγάρια: (μήκος – πάχος), (μήκος – τάση), (πάχος- τάση), έχουν σχέση αναλογίας, άλλοτε ευθείας άλλοτε αντίστροφης με την επιθυμητή συχνότητα.
  • Το πλάτος ταλάντωσης της χορδής είναι αυτό που καθορίζει το δυναμικό εύρος της επιθυμητής συχνότητας.
  • Μεγάλο πλάτος ταλάντωσης σημαίνει περισσότερη ενέργεια.
  • Παχύτερη χορδή συνεπάγεται μεγαλύτερη κινούμενη μάζα.
  • Μακρύτερη χορδή συνεπάγεται το ίδιο.
  • Μεγάλη κινούμενη μάζα συνεπάγεται περισσότερη αδράνεια.

Όλα τα παραπάνω σε μια κιθάρα πρακτικά λειτουργούν έτσι:

  • Αν μεγαλώσουμε το μήκος της χορδής για να διατηρήσουμε την ίδια τάση πρέπει να μικρύνουμε το πάχος της και αντίστροφα.
  • Αν θέλουμε περισσότερη δυναμική συμπεριφορά μιας χορδής (δυνατότερο σήμα) πρέπει να αυξήσουμε την ταλάντωσή της. Αυξάνοντας την ταλάντωση όμως έχουμε περισσότερη αδράνεια στην απόσβεση (sustain). Αυτό δημιουργεί προβλήματα όταν έχουμε πολυφωνία, (περισσότερες από μια νότες ταυτόχρονα) όπως μια πλήρη συγχορδία. Απ αυτό ακριβώς το γεγονός προέκυψαν τα power chords δίφωνες κατά κύριο λόγο συγχορδίες. Έτσι έχουμε λιγότερες νότες να παράγουν αρμονικές καθώς αποσβένονται και κατά συνέπεια πιο «σφιχτό» και καθαρότερο ηχητικό αποτέλεσμα που μπορεί να αποδοθεί με σαφήνεια από έναν υπεροδηγημένο ενισχυτή (over drive). Εδώ είναι που πολλοί μάλλον άπειροι κιθαριστές παρ’ ότι ξόδεψαν ένα γενναίο ποσό να αποκτήσουν ένα over drive pedal ή έναν ενισχυτή με δυνατότητα υψηλού gain boost εισόδου, δεν ικανοποιούνται από το αποτέλεσμα γιατί στην ουσία το πρόβλημα υπάρχει στο στήσιμο της κιθάρας τους.
  • Αυξάνοντας το πάχος των χορδών αυξάνουμε τη μάζα τους επομένως για να τεθούν σε κίνηση εννοείται ότι χρειάζονται μεγαλύτερη δύναμη νύξης (χτυπήματος) από την πένα λόγο αδράνειας. Όταν αποκτήσουν κινητική ενέργεια όμως πάλι λόγο αδράνειας τείνουν να την διατηρούν παράλληλα η ενέργεια αυτή μεταφέρεται και αποθηκεύεται στο σώμα της κιθάρας ενεργοποιώντας συμπαθητικές ταλαντώσεις των υπόλοιπων χορδών. Αυτή είναι μια συνθήκη που τη θέλουμε αλλά μέχρι ένα όριο γιατί απ’ αυτό και πάνω θα έχουμε ένα παραγόμενο σήμα με πολλά προβλήματα.

Προηγουμένως ανέφερα το σώμα της κιθάρας και τη λειτουργία του ως αποθήκη ενέργειας επειδή το θέμα αυτό είναι πάρα πολύ μεγάλο και σαφώς επηρεάζει όλα όσα αναφέρω ως τώρα αλλά και ακόμα περισσότερα, θα αναφερθώ σε νέο post γι αυτό, καθώς και για τη διάκριση Neckthrough Bolt on, Set neck και λοιπών κατασκευαστικών τεχνικών.

  • Αυξάνοντας το μήκος των χορδών, αυξάνεται και πάλι η μάζα της οπότε ισχύουν όλα τα παραπάνω. Τώρα όμως επιπλέον έχουμε περισσότερους δεσμούς του παραγόμενου κύματος της ταλάντωσης κατά μήκος της χορδής, που επεκτείνονται στην περιοχή της ταστιέρας κάνοντας τη χορδή πολλές φορές να ακουμπά στα τάστα απειροελάχιστα οπότε μπαζάρει -που λέμε-(buzzing) και στη χειρότερη περίπτωση έχουμε κανονικό ταστάρισμα. Μια προβληματική κατάσταση. Το ταστάρισμα -λογικό είναι- δεν αρέσει σε κανέναν! Το buzzing όμως πολλές φορές είναι αρεστό από πολλούς κιθαριστές και το χρησιμοποιούν σαν δυναμική λειτουργία στο παίξιμό τους.

Μικρή –και σε άλλο post– εκτενής αναφορά στους αγαπητούς μου μπουζουκσίδες που τα όργανά τους μπαζάρουν σχεδόν όλα!…

  • Κατανοούμε λοιπόν ότι οι παράμετρες που θα μας δώσουν τον επιθυμητό ήχο από μια κιθάρα είναι πάρα πολλές και το πράγμα δυσκολεύει ακόμα περισσότερο επειδή συνδυαστικά αλληλοεπηρεάζονται!

Hi Gain καταστάσεις…

Ας πιάσουμε τώρα τους προσφιλείς μας μεταλλάδες που έχουν «μεράκι» να κουρδίζουν χαμηλά μερικές φορές υπερβολικά και χωρίς να είναι οι μοναδικοί αυτοί που το κάνουν. Τα παραδοσιακά όργανα δεν είναι κατασκευασμένα για να εξυπηρετούν τέτοιες ανάγκες με αποτέλεσμα να γίνονται επεμβάσεις αυξάνοντας το πάχος των χορδών για να μπορέσει να χαμηλώσει η παραγόμενη συχνότητα κρατώντας τη διαύγειά της. Κάτι τέτοιο είναι βέβαιο ότι ταλαιπωρεί το όργανο και δημιουργεί μια σειρά από δεδομένα. Δεν είναι απαραίτητο τα δεδομένα αυτά να είναι όλα αρνητικά. Ας προσπαθήσουμε να τα δούμε.

Πηγαίνοντας πίσω στην προ μέταλ εποχή (hard rock, heavy rock, punk etc) στην ουσία δυο κλίμακες καθόρισαν τον ήχο της κιθάρας. 24,75 και 25,50 ίντσες. Όμως αν παρατηρήσουμε προσεκτικά ο ήχος των δυο αυτών κλιμάκων είναι διαφορετικός και απολύτως διακριτός. Πρέπει δε να σημειώσουμε ότι τα χαμηλοκουρδίσματα την εποχή αυτή δεν ήταν καθολικότητα, αντιθέτως λίγοι τα χρησιμοποιούσαν. Σιγά σιγά φτάνουμε στο μέταλ και στην καθολική καθιέρωση των χαμηλών κουρδισμάτων χρησιμοποιώντας όμως τα ίδια όργανα και κατά συνέπεια τις ίδιες κλίμακες. Προσεκτική παρατήρηση μας δείχνει ότι και πάλι ο ήχος είναι διαφορετικός και διακριτός από τις δυο κλίμακες. Τούτη τη φορά όμως έχουν αλλάξει εντελώς χαρακτήρα τα πρίμα, η περιοχή των υψηλών της κιθάρας. Χάθηκε το presence στην περιοχή αυτή που μερικές φορές την οδηγεί σε θόρυβο (τζιτζίκι). Από την άλλη οι χαμηλές συχνότητες γέμισαν δυναμικές αρμονικές που «λασπώνουν» τον ήχο. Οι κιθαριστές άρχισαν να κάνουν κάθε είδους δοκιμές με τα πάχη των χορδών και αναπτύχθηκε ολόκληρη φιλολογία πάνω στο θέμα.

Αναρωτιέμαι, τελικά ποιος έφτιαξε το «μοντέρνο» μέταλ ήχο; Οι «παλιές» κιθάρες και οι κλίμακές τους; Άραγε έτσι είναι; Το σίγουρο είναι ότι αυτές οι «παλιές» κιθάρες τον μάντρωσαν στα όρια των δυνατοτήτων και των αδυναμιών τους!

Σημειώνω ότι η αναφορά μου έχει να κάνει μόνο με το όργανο που λέγεται κιθάρα και όχι με μαγνήτες,ενισχυτές, τεχνικές παιξίματος προσέσορες κλπ. σε όλα αυτά θα αναφερθώ άλλες στιγμές…

Εδώ λοιπόν πιστεύω ότι το multiscaling μπορεί να προσφέρει κάτι καινούριο στην ουσία όχι λύνοντας όλα τα προβλήματα αλλά διευρύνοντας κάποιες φορές σημαντικά αυτή τη «μάντρα» που προανέφερα.

Περιέγραψα με ποιο τρόπο τα χαρακτηριστικά μιας χορδής επηρεάζουν τη λειτουργία της πάνω στην κιθάρα. Κάνοντας συνδυασμούς αυτών των χαρακτηριστικών προσπαθούμε να πετύχουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε. Δεν υπάρχει συνταγή γι αυτό! Μόνο δοκιμές, δοκιμές, δοκιμές… Άλλωστε ο ήχος είναι υποκειμενικός και ο καθένας τον βρίσκει ψάχνοντας!

Όταν όμως έχεις μια κιθάρα με σταθερή κλίμακα στην ουσία χάνεις τη δυνατότητα να μπορείς να μεταβάλεις μια παράμετρο πολύ σημαντική που είναι το μήκος της χορδής. Τι είναι ενδεικνυόμενο για μένα να γίνεται σ’ αυτήν την περίπτωση; Θα πρέπει αφού διαπιστώσουμε στη δεδομένη νορμάλ κιθάρα μας πια παράμετρος εξαντλείται χωρίς αποτέλεσμα, να προχωρούμε στην κατασκευή multi scale οργάνου που να επεκτείνει αυτή τη δυνατότητα.

Multi scale και εργονομία.

Θα ήταν παράληψη να μην αναφέρω το πλεονέκτημα μιας multi scale ταστιέρας σε σχέση με την τοποθέτηση των δαχτύλων. Αν κοιτάξετε την παλάμη σας, θα διαπιστώσετε ότι τα δάχτυλα αναπτύσσονται προς τα έξω ακτινικά και όχι παράλληλα. Αυτό ακριβώς κάνουν και τα τάστα σε multi scale κιθάρα. Έτσι η τοποθέτηση των δακτύλων γίνεται πιστεύω ευκολότερα και αποτελεσματικότερα. Δυστυχώς η αγορά είναι πολύ φτωχή ακόμα σε προσφορά για multi scale κιθάρες και αυτό το λέω γιατί τα όργανα που προσφέρονται έχουν σχεδόν όλα μια διαφορά κλιμάκων της τάξης των 2 inches (50,8mm) πράγμα που δεν προσφέρει στην εργονομία καθόλου (αυτούς που έχουν νορμάλ μήκος δαχτύλων) αντιθέτως κάνει το όργανο δύσκολο. Απ’ την άλλη η πιο σημαντική παράμετρος που είναι η διαφορά των κλιμάκων περιορίζεται ή μπαίνει σε πορεία τυποποίησης. Μια multi scale κιθάρα θα πρέπει να παραμετροποιείται στα μέτρα και τις ανάγκες του κάθε κιθαριστή που θα την χρησιμοποιήσει. Σχεδιάζοντας και χτίζοντας μια multi scale κιθάρα μπορείς να κάνεις ότι θέλεις κι αν όχι ότι θέλεις οι δυνατότητες αλλαγών και προσαρμογής είναι πολύ μεγάλες. Απλά κάποιος πρέπει να κατασκευάσει την κιθάρα κατά συνθήκη. Το multi scaling κατά συνέπεια ευνοεί κι εμάς τους κατασκευαστές!

Το bending σε μια multi scale κιθάρα.

Το bending είναι μια τεχνική βασικότατη στο παίξιμο της κιθάρας. Ακόμα κι αυτός που πρώτη φορά θα βάλει τα χέρια του στης χορδές της σύντομα κάποια στιγμή θα τις «τεντώσει» όπως έχει δει να κάνουν οι αγαπημένοι του κιθαριστές. Τι συμβαίνει όμως όταν τεντώνουμε μια χορδή; Δεν αλλάζει μόνο μια παράμετρος. Κατ αρχάς αυξάνουμε την τάση της χορδής οπότε την οδηγούμε σε υψηλότερη τονικότητα ενώ ταυτόχρονα της αλλάζουμε το μήκος (αυξητικά) άρα και την κλίμακα. Οι δυο αυτές συνθήκες λειτουργούν αντίστροφα καθορίζοντας τον ρυθμό εξέλιξης του αποτελέσματος. Στην ουσία καθορίζουν την καμπύλη αύξησης της συχνότητας. Αν όλα αυτά γίνονται πάνω σε μια νορμάλ κιθάρα το αποτέλεσμα είναι σε όλους γνωστό.

Σε μια multi scale κιθάρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Το ποιο σημαντικό όμως είναι ότι δεν είναι ίδια σ’ όλη την έκταση της ταστιέρας. Εδώ μπαίνει στη μέση η σημαντική παράμετρος κάθετο τάστο. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι το κάθετο τάστο είναι το 7 και κάνουμε bending σ’ αυτή τη θέση με στάνταρ κούρδισμα στη Β χορδή. Θα συμβεί ότι μας είναι γνωστό από μια νορμάλ κιθάρα στη ίδια θέση. Αν τώρα πάμε στο11 τάστο και κάνουμε το ίδιο θα παρατηρήσουμε ότι το bending δεν είναι το ίδιο με αυτό της νορμάλ κιθάρας μας στη ίδια θέση. Κάνοντας αρκετές συγκριτικές δοκιμές σ’ όλη την έκταση της ταστιέρας από το κάθετο τάστο και ψηλότερα θα παρατηρήσουμε διαφορές στα δυο όργανα. Για να μην μπλέξουμε με τα μαθηματικά και τη φυσική, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τα πράγματα με περιγραφικό τρόπο. Σε μια multi scale ταστιέρα όσο προχωρούμε από το κάθετο τάστο και ψηλότερα (προς το σώμα της κιθάρας) η κλίση των τάστων προς της παχύτερες χορδές κάνει την παράμετρο της μεταβολής του μήκους της χορδής να αναπτύσσεται με άλλον εντελώς ρυθμό από αυτόν της νορμάλ ταστιέρας. Στην πράξη ο ρυθμός αυτός είναι πιο αργός κυρίως. Σε άλλες περιπτώσεις γίνεται πολύ πιο αργός ανάλογα την κλίση των τάστων που προκύπτει από τη διαφορά κλιμάκων (μέγιστη – ελάχιστη), καθώς επίσης και από τη θέση του τάστου που γίνεται το bending. Η αύξηση της συχνότητας λόγο αύξησης της τάσης από το bending υπερισχύει κι εδώ αλλά έχουμε άλλη καμπύλη ανάπτυξης αυτής της αύξησης, πρακτικά μεγαλύτερη ταχύτητα ανόδου της συχνότητας. Αν τώρα κάνουμε bending στην περιοχή της ταστιέρας χαμηλότερα από το κάθετο τάστο έχουμε αντιστροφή των συνθηκών λόγω κλίσης των τάστων με αποτέλεσμα η καμπύλη της συχνότητας να αλλάζει χαρακτηριστικά. Όλα αυτά συμβαίνουν όταν το bending είναι «θετικό» δηλαδή από κάτω προς τα πάνω. Αν κάνουμε το αντίθετο τα πράγματα πάλι αλλάζουν και στις δύο περιοχές, στην πράξη αντιστρέφονται.

Με απλή αριθμητική τα πράγματα έχουν ως εξής:

  • Bending σε νορμάλ κιθάρα: Αύξηση συχνότητας από την αύξηση της τάσης μείον μείωση συχνότητας από την αύξηση του μήκους ίσον τελική αυξημένη συχνότητα.
  • Bending σε multi scale κιθάρα: Έχουμε την ίδια σχέση αφαίρεσης αλλά εδώ η αύξηση του μήκους είναι μικρότερη (λόγω γωνίας των τάστων) και όσο το bending γίνεται σε ψηλότερες θέσεις της ταστιέρας μικραίνει ακόμα μέχρι και που μηδενίζεται επομένως το αποτέλεσμα για την αύξηση της συχνότητας είναι μεγαλύτερο. (πρακτικά χρειαζόμαστε λιγότερο «τράβηγμα» για το ίδιο αποτέλεσμα)

Όλα αυτά που περιγράφω δεν είναι θεαματικά τόσο που να μπορεί να τα διακρίνει κανείς εύκολα πόσο μάλλον όταν είναι άπειρος. Είναι επίσης δύσκολο να τα διακρίνουμε μόνα τους (νότα – νότα ας πούμε). Τη διαφορά θα την καταλάβουμε αν παίξουμε το ίδιο lead θέμα και στα δυο όργανα και συγκρίνουμε ή ακόμα καλύτερα αν ηχογραφήσουμε κι ακούσουμε προσεκτικά εκ των υστέρων.

Δεν θα πω εννοείται σε ποια περίπτωση το αποτέλεσμα είναι καλύτερο γιατί απλά δεν τίθεται τέτοιο θέμα για μένα, Το γεγονός ότι ένα multi scale όργανο μου δίνει τόσο μεγάλο εύρος επιλογών από μόνο του μου δημιουργεί τεράστιο ενδιαφέρον γι αυτό και θα συνεχίσω να μελετώ αυτά τα όργανα σε βάθος.

Πιστεύω ότι οι multi scale κιθάρες μπορούν όντως να δώσουν κάτι καινούριο στον ήχο του αύριο! Παρ’ όλα αυτά σήμερα δεν είναι τίποτε άλλο από μια μόδα. Ένα εμπορικό παιχνίδι που αναπτύσσεται. Κάτι που παρουσιάστηκε ως καινοτομία ενώ δεν είναι έτσι!